EN

Museums / Monuments

  • Αρχαιολογικό Μουσείο Χαιρώνειας
  • Τα εκθέματα του Μουσείου είναι πολύ σημαντικά και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, γλυπτά από τη Λιβαδειά και τη Χαιρώνεια (Κυβέλη, Δήμητρα, πορτραίτο αυτοκράτορα Αδριανού, Αθηνά Κραναία, λίθινη σφαίρα με ανάγλυφες μορφές Ηλίου και Σελήνης), κεραμική από προϊστορικές και ιστορικές θέσεις στην περιοχή της Χαιρώνειας, την Ελάτεια, τον Ορχομενό, τον Έξαρχο και τους Αγίους Θεοδώρους της Αντίκυρας, τεμάχια τοιχογραφιών μυκηναϊκών χρόνων από τον Ορχομενό, νομίσματα και όπλα από τον τύμβο των Μακεδόνων και το πολυάνδριο των Θηβαίων στη Χαιρώνεια.

    Τα τελευταία χρόνια οι συλλογές του Μουσείου έχουν εμπλουτιστεί με τα ευρήματα των ανασκαφών της Εφορείας στον Ορχομενό, τη Λιβαδειά, το Βοιωτικό Κηφισό (εκτεταμένο νεκροταφείο αρχαϊκών χρόνων) και τη Χαιρώνεια (ρωμαϊκές αγροικίες, τάφοι των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων).

    Στον περίβολο του Μουσείου υπάρχει συσσωρευμένο πλήθος επιγραφών και επιτυμβίων στηλών, αρχιτεκτονικά μέλη από μεγάλα ναϊκά οικοδομήματα και βάθρα από τη Χαιρώνεια, τη Λιβαδειά, την Ελάτεια, την Κορώνεια, τη Δαύλεια, τον Άγιο Βλάσιο και το Δίστομο.

    Αξιομνημόνευτο είναι ακόμη ψηφιδωτό δάπεδο του 3ου αι. μ.Χ. με πλούσια γεωμετρική διακόσμηση σε ζώνες (ταινίες, ρόμβους, τεμνόμενους κύκλους, σπείρες, μαιάνδρους) και τις προσωποποιήσεις των τεσσάρων Εποχών του έτους. Το ψηφιδωτό, που βρέθηκε στη Χαιρώνεια το 1993, προς το παρόν στεγάζεται στην προκατασκευασμένη αποθήκη. Πρόθεση της Εφορείας στο πλαίσιο της επανέκθεσης είναι η τοποθέτησή του στον αύλειο χώρο του Μουσείου. Για το σκοπό αυτό ο Δήμος Χαιρώνειας προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει την εκπόνηση μελέτης για την κατασκευή στεγάστρου.

    Ακόμη στον αύλειο χώρο υπάρχει σημαντικό ταφικό μνημείο του 2ου αι μ.Χ. (υπέργειος τάφος-οίκος με λάρνακες και δάπεδο από ψηφιδωτό), το οποίο αποκαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, κατά τις ανασκαφές του νεκροταφείου στο οποίο ανήκει και ο περίφημος Λέων ενώ ερευνήθηκε εκ νέου το 1990.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Θ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Τ.Κ. 32100, Χαιρώνεια (Νομός Βοιωτίας) Τηλέφωνο: +30 22610 95270
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας
  • Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας στεγάζεται σε ένα εντυπωσιακό κτήριο της εποχής του Όθωνα, το οποίο λειτουργούσε ως Στρατώνας και βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του κάστρου της Λαμίας. Οι συλλογές του μουσείου περιλαμβάνουν αρχαιολογικά ευρήματα από ανασκαφικές έρευνες στην Φθιώτιδα και Ευρυτανία. Χαρακτηριστικά ευρήματα περιέχονται σε δώδεκα θεματικές ενότητες, οι οποίες καλύπτουν ολόκληρη την προϊστορική και την ιστορική περίοδο, έως τα ρωμαϊκά χρόνια.Τα ευρήματα δίνουν μια εικόνα για την ιστορία της περιοχής, η οποία περιλαμβάνει τμήματα της αρχαίας Φωκίδας, της ανατολικής Λοκρίδας, της Δωρίδας, της Αχαϊας, της Φθιώτιδας και της Μαλίδας (περιοχή Μαλιακού κόλπου).

    Όλες οι ενότητες παρουσιάζουν σημαντικά εκθέματα, χαρακτηριστικά της ανθρώπινης πολιτιστικής συμπεριφοράς σε κάθε χρονική περίοδο. Περαιτέρω θεματική ταξινόμηση των εκθεμάτων, με αναφορές στην ένδυση, τον οπλισμό, τη λατρεία, ταφικά έθιμα συγκεκριμένων περιόδων, επαυξάνουν τον σκοπό του μουσείου, που είναι κυρίως η προβολή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και η κατανόηση από το ευρύ κοινό του τρόπου της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δράσης σε κάθε χρονική περιόδο, μέσα από αντικείμενα καθημερινής ζωής και τέχνης. Η προϊστορία της περιοχής παρουσιάζεται μέσα από χειροποίητα αγγεία, πήλινα ειδώλια, λίθινα εργαλεία, κοσμήματα και σφραγίδες, από τα οποία αντλούνται πληροφορίες για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων και για τις καλλιτεχνικές τους δεξιότητες. Εξαρτήματα γυναικείας και ανδρικής ενδυμασίας, οπλισμός (κράνος από δόντια κάπρου), κοσμήματα, αγγεία και εργαλεία πρσφέρουν πληροφορίες για τον τρόπο ζωής στη μυκηναϊκή εποχή και την ευμάρεια των ανθρώπων, ενώ κάποια από τα ευρήματα αποτελούν δείγματα εξαίρετης τέχνης.

    Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κτερίσματα τάφων της υπομυκηναϊκής και γεωμετρικής περιόδου, όπου μέσα από αναπαραστάσεις τάφων δίνεται μια εικόνα του τρόπου ταφής και των ταφικών εθίμων, ενώ η αρχαϊκή περίοδος εκπροσωπείται από αρχιτεκτονικά μέλη και αφιερώματα που βρέθηκαν στο ιερό της Άτρεμης στο Καλαπόδι Λοκρίδας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στο χώρο του μουσείου, εντύπωση προκαλούν θαυμάσια δείγματα αγγείων κλασικής και ελληνιστικής περιόδου («μεγαρικοί σκύφοι», αττικά ερυθρόμορφα και αγγεία από τη Βοιωτία και Κόρινθο, γυάλινα αγγεία), καθώς και σπουδαία έργα κοροπλαστικής, προερχόμενα από μήτρες. Τέλος, ο επισκέπτης ανακαλύπτει διάφορα γλυπτά εξαίτερης τέχνης (αγάλματα και επιτύμβια μνημεία) αλλά και νομίσματα των πόλεων της Φθιώτιδας.

    Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας υπάγεται στη ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με το προσωπικό της οποίας λειτουργεί καθημερινά, εκτός Δευτέρας και Κυριακές χειμερινής περιόδου (είσοδος με εισιτήριο). Στη σύγχρονη αίθουσα διαλέξεων που λειτουργεί στο ισόγειο του κτηρίου οργανώνονται συνέδρια όλων των ειδικοτήτων και διαλέξεις επιστημόνων. Τέλος στο μουσείο γίνονται ξεναγήσεις σχολείων, επιστημόνων, επισήμων, κλπ

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Κάστρο Λαμίας, Τ.Κ. 35100, Λαμία (Νομός Φθιώτιδος) Τηλέφωνο: +30 22310 29992 Φαξ: +30 22310 46106
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών
  • Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, από τα πιο σημαντικά στην Ελλάδα, παρουσιάζει την ιστορία του φημισμένου δελφικού ιερού και του πιο ξακουστού μαντείου του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πλούσιες συλλογές του περιλαμβάνουν κυρίως αρχιτεκτονικά γλυπτά, αγάλματα και έργα μικροτεχνίας, αφιερώματα των πιστών στο ιερό, τα οποία ανακλούν τη θρησκευτικο-πολιτική και καλλιτεχνική δραστηριότητά του σε όλη την ιστορική του πορεία, από την ίδρυση του απολλώνειου τεμένους τον 8ο αι. π.Χ. έως την παρακμή του στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας.

    Το μουσείο στεγάζεται σε διώροφο κτήριο συνολικού εμβαδού 2.270 τ.μ. Η μόνιμη έκθεσή του καταλαμβάνει δεκατέσσερις αίθουσες και οι αποθηκευτικοί χώροι έκταση 558 τ.μ. Διαθέτει εργαστήριο συντήρησης κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, καθώς και εργαστήριο αποκατάστασης ψηφιδωτού. Ύστερα από την τελευταία ανακαίνιση του κτηρίου, διαμορφώθηκαν χώροι υποδοχής και εξυπηρέτησης των επισκεπτών, κυλικείο και πωλητήριο εντύπων.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Δελφοί, Τ.Κ. 33054, Δελφοί (Νομός Φωκίδος) Τηλέφωνο: +30 22650 82346, +30 22650 82313, +30 22650 82966 Φαξ: +30 22650 82966
  • Αρχαιολογική Συλλογή Γαλαξιδίου
  • Η Αρχαιολογική Συλλογή Γαλαξιδίου φιλοξενεί ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή του Γαλαξιδίου, που σχετίζονται με τον ιδιωτικό και το δημόσιο βίο, την εμπορική δραστηριότητα και τα νεκροταφεία των πόλεων και καλύπτουν χρονολογικά όλη την ιστορία του τόπου, από την Εποχή του Χαλκού μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Συστεγάζεται με το Ναυτικό και Εθνολογικό Μουσείο σε ένα παραδοσιακό γαλαξιδιώτικο κτήριο, που οικοδομήθηκε το 1868-1870 για να στεγάσει το Σχολείο Θηλέων, το Δημαρχείο και το Αστυνομικό Κατάστημα της πόλης.
     
    Η συλλογή υπάγεται στην Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και μαζί με τη συλλογή του Ναυτικού και Εθνολογικού Μουσείου παρουσιάζει την εξέλιξη και την πορεία στο χρόνο αυτής της μικρής ναυτικής πόλης.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Τ.Κ. 33052, Γαλαξείδι (Νομός Φωκίδος) Τηλέφωνο: +30 22650 41558
  • Ναυτικό Μουσείο Γαλαξειδίου
  • Το κτίριο που στεγάζει σήμερα το Μουσείο κτίστηκε το 1868-1870. Το 1979 ανακαινίστηκε, εξοπλίστηκε και σήμερα στεγάζεται σ'αυτό ολόκληρο το Μουσείο. Στις δύο μεγάλες αίθουσες είναι συγκεντρωμένα αντικείμενα που έχουν σχέση με τα καράβια και τη θάλασσα και φέρουν τον τίτλο "Ναυτική πινακοθήκη". Εμπνευστής και ιδρυτής της πινακοθήκης από το 1928, είναι ο γιατρός Ευθ. Βλάμης.

    Συγκεντρώθηκαν τότε, πίνακες ιστιοφόρων, ναυτικά όργανα, και ακρόπρωρα που αποτέλεσαν το πρώτο υλικό. Από τα εκθέματα της πινακοθήκης, αξιολογότερα είναι πίνακες ιστιοφόρων, ακρόπρωρα με ξυλόγλυπτες γυναικείες μορφές, ναυτικά όργανα, ημερολόγια των πλοίων, νηολόγια των Γαλαξειδιώτικων καραβιών και οι πίνακες του λαϊκού ζωγράφου και καπετάνιου Πέτρου Πετραντζά. Επίσης σε ειδική προθήκη, φυλάσσεται το "Χρονικό του Γαλαξειδίου", το οποίο εκδόθηκε από τον Κ. Ν. Σάθα, το 1865.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Οδός Μουσείου, Τ.Κ. 33052, Γαλαξείδι (Νομός Φωκίδος) Τηλέφωνο: +30 22650 41795, 41558 Φαξ: +30 2650 41954
  • Αρχαιολογική Συλλογή Τιθορέας
  • Η Αρχαιολογική Συλλογή Τιθορέας στεγάζεται σε διώροφο παραδοσιακό κτίριο, που βρίσκεται στην πλατεία της πόλης και περιλαμβάνει λίθινα αρχιτεκτονικά και ταφικά μέλη, αποσπασματικούς σπόνδυλους κιόνων και ενεπίγραφα μέλη τα οποία χρονολογούνται από τους Αρχαϊκούς ως και τους Ρωμαϊκούς χρόνους (6ος π.Χ. - 3ος μ. Χ.).

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Πλατεία Τιθορέας, Τ.Κ. 35015, Τιθορέα (Νομός Φθιώτιδος) Τηλέφωνο: +30 22340 71586
  • Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας
  • Στο Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας έχουν συγκεντρωθεί ευρήματα από όλη την έκταση του σημερινού νομού Φθιώτιδας, τα οποία καλύπτουν χρονολογικά μία ευρεία περίοδο, από τους παλαιοχριστιανικούς μέχρι και τους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Η έκθεση αναπτύσσεται σε τέσσερις αίθουσες στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο του κτηρίου και στοχεύει στη γνωριμία του ευρύτερου κοινού με την ιστορία και τη ζωή της βυζαντινής Φθιώτιδας.

    Η αίθουσα του ισογείου είναι αφιερωμένη στην τέχνη των παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών δαπέδων, πολυάριθμα δείγματα της οποίας έχουν εντοπιστεί στη Φθιώτιδα. Εκτίθενται τμήματα ψηφιδωτών από την Πελασγία, τον Αχινό και τα Βαρκά Υπάτης, και φωτογραφικό υλικό από άλλα αντίστοιχα ευρήματα. Σε ξεχωριστό τμήμα παρουσιάζονται τα υλικά και η τεχνική κατασκευής ενός ψηφιδωτού, με σύγχρονες ψηφίδες και δείγματα σύγχρονων ψηφιδωτών, δίνοντας μάλιστα τη δυνατότητα στον επισκέπτη να αντιληφθεί και με την αφή του την υφή μιας ψηφιδωτής επιφάνειας. Στον πρώτο όροφο ο επισκέπτης συναντά κατ' αρχήν ένα μεγάλο πίνακα όπου παρουσιάζονται τα σημαντικότερα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μνημεία της Φθιώτιδας. Η βόρεια αίθουσα είναι αφιερωμένη στον παλαιοχριστιανικό ναό, την λεγόμενη βασιλική.

    Αρχιτεκτονικά μέλη και τμήματα ψηφιδωτών με αφιερωματικές επιγραφές που προέρχονται από βασιλικές της Φθιώτιδας παρουσιάζουν στοιχεία του εσωτερικού αυτών των οικοδομημάτων. Σε δύο μεγάλες προθήκες εκτίθενται επίσης αντικείμενα καθημερινής χρήσης (λυχνάρια, αγνύθες, μαγειρικά σκεύη κ.α.) από την ανασκαφή της βασιλικής των Δαφνουσίων Λοκρών στην Αρκίτσα. Στο κεντρικό τμήμα του ορόφου αναπτύσσονται η έκθεση της νομισματικής κυκλοφορίας στη Φθιώτιδα και η νομισματική συλλογή του Κωνσταντίνου Κοτσίλη.

    Στη νομισματική κυκλοφορία εκτίθενται νομίσματα και νομισματικοί θησαυροί από διάφορες θέσεις της περιοχής, χρονολογούμενα από τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους ως και την οθωμανική περίοδο, ενώ ειδική αναφορά γίνεται στο νομισματοκοπείο των Νέων Πατρών (αρχές 14ου αι.). Η συλλογή του Υπαταίου Κ.Κοτσίλη, δωρεά του κατόχου της στο Μουσείο, περιλαμβάνει αρχαία ελληνικά, βυζαντινά και νεώτερα νομίσματα, καθώς και μία ενότητα με αργυρά περσικά νομίσματα της δυναστείας των Σασσανιδών. Η νότια αίθουσα φιλοξενεί αρχιτεκτονικά γλυπτά της βυζαντινής περιόδου. Δεσπόζει το μεγάλο μαρμάρινο τέμπλο από τον Ταξιάρχη Άγναντης Λοκρίδας (12ος-14ος αι.), μαζί με το οποίο εκτίθενται τμήματα του γλυπτού διακόσμου της κατεστραμμένης μονής των Αλεπόσπιτων (12ος αι.).

    Στο εργαστήριο συντήρησης του Μουσείου συντηρούνται ευρήματα από περισυλλογές και σωστικές ανασκαφές που διενεργεί η 24η ΕΒΑ.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: 24η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Υπάτη (Νομός Φθιώτιδος) Τηλέφωνο: 2231098079
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών
  • Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών είναι από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μουσεία στην Ελλάδα, καθώς μερικές από τις συλλογές που περιλαμβάνει είναι σπάνιες ή μοναδικές στο είδος τους. Τα εκθέματά του προέρχονται από ανασκαφές στη Βοιωτία και καλύπτουν χρονολογικά τον πολιτισμό της περιοχής από τα παλαιολιθικά χρόνια έως τους μεταβυζαντινούς χρόνους. Στεγάζεται σε ισόγειο κτήριο με μεγάλη αυλή, που βρίσκεται στο βόρειο άκρο του λόφου της Καδμείας.

    Η μόνιμη έκθεσή του καταλαμβάνει τέσσερις μεγάλες αίθουσες, τον προθάλαμο και την αυλή του κτηρίου, ενώ οι υπόλοιποι χώροι στεγάζουν εργαστήρια συντήρησης ευρημάτων, αποθήκες και τα γραφεία της Θ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην οποία υπάγεται το μουσείο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του μουσείου αποτελεί ο μεσαιωνικός πύργος, κατάλοιπο της φράγκικης οχύρωσης της Θήβας, που έχει ενσωματωθεί στην αυλή και χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος. Πιστεύεται ότι αποτελούσε τμήμα του κάστρου, που κτίστηκε το 1278 από τον άρχοντα της Θήβας, Νικόλαο Β΄ de Saint-Omer.

    Στην ίδια θέση τοποθετούνται από την παράδοση και οι «Βορραίαι» πύλες του αρχαίου τείχους της πόλης. Στις δραστηριότητες του μουσείου περιλαμβάνονται οι καταγραφές και η ταύτιση παλαιών αντικειμένων με βάση τα ευρετήρια καταγραφής, η οργάνωση σε βάση δεδομένων και η φωτογραφική τεκμηρίωση των αντικειμένων, ο καθαρισμός και η συντήρηση παλαιών και νέων κινητών ευρημάτων, καθώς και οι συστηματικές μεταφορές αρχαιοτήτων στο πλαίσιο των εργασιών για την οικοδόμηση του νέου μουσείου. Στους χώρους του μουσείου φιλοξενούνται κατά καιρούς αρκετές από τις δραστηριότητες της Θ΄ Εφορείας, όπως διαλέξεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Θ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Θρεψιάδου 1, πλατεία Κεραμοπούλλου, Θήβα (Νομός Βοιωτίας) Τηλέφωνο: +30 22620 27913 Φαξ: +30 22620 23559
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας
  • Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας προσφέρει στον επισκέπτη πλήρη εικόνα της ιστορικής εξέλιξης της αρχαίας Φωκίδας. Παρουσιάζει ευρήματα που προέρχονται από την Άμφισσα και τις άλλες θέσεις του Νομού Φωκίδας και καλύπτουν χρονολογικά τους αιώνες από την Εποχή του Χαλκού μέχρι τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους. Το κτήριο είναι μια τυπική διώροφη αστική οικία των αρχών του 20ού αιώνα με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.
     
    Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας υπάγεται στη Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Οδός Κεχαγιά, Τ.Κ. 33100, Άμφισσα (Νομός Φωκίδος) Τηλέφωνο: +30 22650 23344
  • Αρχαιολογική Συλλογή Διστόμου
  • Η Αρχαιολογική Συλλογή Διστόμου περιλαμβάνει ευρήματα κυρίως της αρχαίας φωκικής πόλης Αμβρόσσου, που βρισκόταν στη θέση του σημερινού Διστόμου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Καλύπτει χρονολογικά την περίοδο από τους μυκηναϊκούς ως τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
    Η συλλογή στεγάζεται στο διατηρητέο πετρόκτιστο κτήριο του παλαιού Δημοτικού Σχολείου, που κτίσθηκε το 1903 και παραχωρήθηκε από το Δήμο Διστόμου στο Υπουργείο Πολιτισμού το 1987. 
    Η Αρχαιολογική Συλλογή Διστόμου υπάγεται στην Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
     
    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Τ.Κ. 32005, Δίστομο (Νομός Βοιωτίας) Τηλέφωνο: +30 22670 22000
  • Αρχαιολογική Συλλογή Ελάτειας
  • Η Αρχαιολογική Συλλογή Ελάτειας στεγάζεται σε παραδοσιακό κτίριο του 1930 (παλαιό δημοτικό σχολείο), που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Το κτίριο αποτελείται από δύο αίθουσες, ένα αποθηκευτικό χώρο, ένα χώρο γραφείου και μικρό W.C. Η έκθεση θ' αρχίζει χρονολογικά από την κεντρική αίθουσα και θα καταλήγει στη νότια. Θα περιλαμβάνει ευρήματα όλων των περιόδων της αρχαιότητας από την περιοχή της κοιλάδας του Βοιωτικού Κηφισσού και της Ανατολικής αρχαίας Φωκίδας (σημερινή περιοχή Ελάτειας). Στον προθάλαμο θα εκτεθούν βαριά λίθινα μέλη, επιτύμβιες στήλες, ψηφίσματα κλπ. Η πρώτη αίθουσα θα περιλαμβάνει ευρήματα της προϊστορικής περιόδου (από τη Νεολιθική έως και τη Μυκηναϊκή περίοδο, 6700-1100 π.Χ.) από θέσεις της κοιλάδας του Βοιωτικού Κηφισσού και από θέσεις της αρχαίας Φωκίδας (Ελάτεια, Καλαπόδι, Ζέλι, Μόδι, Έξαρχος).

    Πρόκειται να παρουσιαστούν χαρακτηριστικά όστρακα και λίθινα εργαλεία (πελέκεις, τριπτήρες, τριβεία, κλπ.). Όλα τα παραπάνω θα πλαισιώνονται από διευκρινιστικό εποπτικό υλικό (χάρτης με αρχαιολογικές θέσεις της αρχαίας Φωκίδας, ενημερωτικά κείμενα, σχέδια, φωτογραφίες, αναπαραστάσεις). Στη δεύτερη αίθουσα θα εκτεθούν χαρακτηριστικά ευρήματα από την Πρωτογεωμετρική περίοδο έως και τα Ρωμαϊκά χρόνια. Τα περισσότερα από τα παραπάνω ευρήματα προέρχονται από ανασκαφές νεκροταφείων της περιοχής. Στο νότιο τοίχο της αίθουσας θα εκτεθούν είδη τάφων με αυθεντικά υλικά, όπως κιβωτιόσχημοι τάφοι, λάρνακες και ταφικοί πίθοι. Τέλος στον αύλιο χώρο του μουσείου θα εκτεθούν διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη (κίονες, κιονόκρανα, επιστύλια, κλπ.).

    Πληροφορίες
    Υπηρεσιακή Μονάδα: ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Τ.Κ. 35004, Ελάτεια Λοκρίδος (Νομός Φθιώτιδος)
  • Αρχαίο γυμνάσιο Δελφών
  • Στην απότομη κατωφέρεια του εδάφους, που σχηματίζεται ανάμεσα στην Κασταλία κρήνη και στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας, σώζονται τα ερείπια του γυμνασίου των Δελφών. Πρόκειται για ένα από τα πληρέστερα συγκροτήματα της αρχαιότητας, που περιλάμβανε το γυμνάσιο, την παλαίστρα και λουτρικές εγκαταστάσεις. Η οικοδόμησή του ανάγεται στον 4ο αι. π.Χ., ωστόσο δέχθηκε διάφορες μετατροπές και επισκευές κατά τη διάρκεια των αιώνων και η χρήση του συνεχίσθηκε μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια, όταν προστέθηκαν τα θερμά λουτρά.

    Αρχικά χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για την προπόνηση των αθλητών. Στο γυμνάσιο γινόταν η προπόνηση των ελαφρών αθλημάτων και στην παλαίστρα των βαρέων αθλημάτων, της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Αργότερα, στην ελληνιστική εποχή, μετατράπηκε σε χώρο για την πνευματική καλλιέργεια των πολιτών, όπου έδιναν διαλέξεις ρήτορες, σοφιστές, φιλόσοφοι και ποιητές. Το γυμνάσιο ήταν κτισμένο σε δύο επίπεδα. Το ανώτερο άνδηρο περιλάμβανε τον ξυστό, μία στεγασμένη στοά πλάτους 7 μ. και μήκους 178,35 μ., δηλαδή όσο ένα πυθικό στάδιο. Εδώ ασκούνταν οι αθλητές στο τρέξιμο σε περίπτωση κακοκαιρίας και ονομαζόταν έτσι επειδή έπρεπε να ξύνεται για να ισοπεδώνεται.

    Πρόσφατες ανασκαφές ανέδειξαν τον ξυστό σε όλο του το μήκος. Αρχικά, στον 4ο αι. π.Χ., ήταν δωρικού ρυθμού, κτισμένος από πωρόλιθο, αργότερα, όμως, οι Ρωμαίοι αντικατέστησαν την κιονοστοιχία της πρόσοψης με μία ιωνική, κατασκευασμένη από μάρμαρο. Παράλληλα προς τον ξυστό υπήρχε η παραδρομίδα, ένας ισοπεδωμένος υπαίθριος διάδρομος πλάτους 6 μ., για άσκηση στους αγώνες δρόμου. Στο κατώτερο άνδηρο βρισκόταν η παλαίστρα, που περιλάμβανε μία τετράγωνη κεντρική αυλή με στοές ολόγυρα, χωρισμένες σε δωμάτια. Οι επιγραφές μάς πληροφορούν για τη χρήση αυτών των δωματίων ως σφαιριστήριο, αποδυτήριο, κόνιμα, πιθανώς και ένα ιερό του Ερμή ή του Ηρακλή.

    Στην αυλή γινόταν η εξάσκηση στην πάλη ή στην πυγμαχία. Δυτικά της παλαίστρας διατηρείται ακόμη και σήμερα κυκλική πισίνα, διαμέτρου 10 μ. και βάθους 1,80 μ., που αποτελεί βασικό στοιχείο του ελληνικού λουτρού. Πίσω της, μια σειρά από κρουνούς τροφοδοτούσαν με νερό από την Κασταλία πηγή δέκα λίθινες λεκανίδες, που συγκοινωνούσαν μεταξύ τους. Πρόκειται για τους λουτήρες των αθλητών. Ακόμη δυτικότερα κτίσθηκε το 120 μ.Χ. βαλανείο ή ρωμαϊκές θέρμες, για ζεστά λουτρά. Μερικούς αιώνες αργότερα την περιοχή του γυμνασίου κατέλαβε ένα βυζαντινό μοναστήρι. Το καθολικό του, που είχε οικοδομηθεί επάνω από την παλαίστρα, κατεδαφίστηκε το 1898 για να γίνουν οι ανασκαφές. Μάλιστα, σε έναν από τους κλασικούς κίονες, που είχε ξαναχρησιμοποιηθεί στο μοναστήρι, χάραξε το όνομά του ο λόρδος Βύρων, όταν επισκέφθηκε τους Δελφούς
  • Αρχαίο θέατρο Δελφών
  • Το θέατρο των Δελφών είναι ένα από τα λίγα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας, για το οποίο γνωρίζουμε τόσο την ακριβή χρονολόγηση όσο και τις μορφές που είχε στη διάρκεια των αιώνων, το συνολικό του σχέδιο και την όψη του κοίλου. Βρίσκεται μέσα στο ιερό του Απόλλωνα, στη βορειοδυτική γωνία και στη συνέχεια του περιβόλου του. Στην αρχαιότητα φιλοξενούσε τους αγώνες φωνητικής και ενόργανης μουσικής, που διεξάγονταν στο πλαίσιο των Πυθίων και άλλων θρησκευτικών εορτών και τελετουργιών, των οποίων η σημασία προσδίδει στο μνημείο πνευματική και καλλιτεχνική αξία ισότιμη με την αθλητική ιδέα που συμβολίζει το αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας.

    Η μορφή του πρώτου θεάτρου, που κατασκευάσθηκε στο χώρο, δεν μας είναι γνωστή. Είναι πιθανό ότι οι θεατές κάθονταν σε ξύλινα καθίσματα ή απ' ευθείας στο έδαφος. Αργότερα, τον 4ο αι. π.Χ., κτίσθηκε το πρώτο πέτρινο θέατρο και ακολούθησαν πολλές επισκευές του. Τη σημερινή του μορφή, με τη λιθόστρωτη ορχήστρα, τα λίθινα εδώλια και τη σκηνή, έλαβε κατά τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, το 160/159 π.Χ., όταν ο Ευμένης Β΄ της Περγάμου χρηματοδότησε τις κατασκευαστικές και επισκευαστικές εργασίες που έγιναν στο μνημείο. Το κοίλο του θεάτρου διαμορφώθηκε εν μέρει στο φυσικό έδαφος (στα βόρεια και δυτικά) και εν μέρει σε τεχνητή επίχωση (στα νότια και ανατολικά).

    Διαιρείται με το διάζωμα σε δύο ζώνες, από τις οποίες η ανώτερη έχει 8 σειρές εδωλίων και η κατώτερη 27. Οι δύο ζώνες χωρίζονται με ακτινωτές κλίμακες, σε έξι κερκίδες η επάνω και σε επτά η κάτω, συνολικής χωρητικότητας 5.000 θεατών. Η πεταλοειδής ορχήστρα πλαισιώνεται από αποχετευτικό αγωγό, ενώ το πλακόστρωτο δάπεδό της και το θωράκιο προς την πλευρά του κοίλου ανήκουν στους ρωμαϊκούς χρόνους. Στους τοίχους των παρόδων είναι εντοιχισμένες απελευθερωτικές επιγραφές, το κείμενο των οποίων, όμως, έχει χαθεί λόγω της φθοράς που έχει υποστεί η επιφάνεια των λιθοπλίνθων. Από τη σκηνή σώζονται μόνο τα θεμέλια. Φαίνεται ότι χωριζόταν σε δύο μέρη, το προσκήνιο και την κυρίως σκηνή. Τον 1ο αι. μ.Χ. η πρόσοψη του προσκηνίου διακοσμήθηκε με ζωφόρο, στην οποία απεικονίζονταν οι άθλοι του Ηρακλή.

    Στο θέατρο έχουν γίνει ανασκαφές και εργασίες συντήρησης, ωστόσο το μνημείο έχει υποστεί αρκετές φθορές και πολλά αρχιτεκτονικά μέλη του (εδώλια και λιθόπλινθοι παρόδων) βρίσκονται ακόμη διάσπαρτα σε ολόκληρο το ιερό. Επί πλέον, το κοίλο παρουσιάζει φαινόμενα καθιζήσεων, ενώ έντονο είναι και το φαινόμενο των επιφανειακών απολεπίσεων και ρηγματώσεων των λίθων, που οδηγούν σε απώλεια μεγαλύτερων τμημάτων του ασβεστολιθικού υλικού.
  • Αρχαίο στάδιο Δελφών
  • Το αρχαίο στάδιο των Δελφών είναι από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία του είδους. Βρίσκεται βορειοδυτικά του θεάτρου, στο ψηλότερο σημείο επάνω από το ιερό του Απόλλωνα και την πόλη των Δελφών. Όπως και στην αρχαιότητα, στην είσοδό του οδηγεί και σήμερα ένα ανηφορικό μονοπάτι, που ξεκινάει από την αριστερή πάροδο του θεάτρου. Το στάδιο είναι στενά δεμένο με την ιστορία των πανελλήνιων Πυθικών αγώνων, αφού εδώ διεξάγονταν τα αθλητικά αγωνίσματα. Η αρχική διαμόρφωσή του χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ., όπως μαρτυρεί η επιγραφή που βρέθηκε εντοιχισμένη στο νότιο αναλημματικό τοίχο του. Στην πρώιμη μορφή του φανταζόμαστε τους θεατές καθισμένους στο έδαφος ή σε ξύλινα ικρία.

    Μνημειώδη λίθινα εδώλια απέκτησε μόλις το 2ο αι. μ.Χ., χάρη σε δωρεά του Ηρώδη Αττικού, πλούσιου Αθηναίου σοφιστή, ο οποίος παρήγγειλε για την κατασκευή τους ασβεστόλιθο Παρνασσού (και όχι λευκό μάρμαρο, όπως αναφέρει ο Παυσανίας). Τότε διαμορφώθηκε και η μνημειώδης τοξωτή θριαμβική είσοδος, η μοναδική σε αρχαίο στάδιο στην Ελλάδα. Το στάδιο είναι κατασκευασμένο στη φυσική πλαγιά. Η βόρεια πλευρά του είναι φυσικά διαμορφωμένη, ενώ η νότια σχηματιζόταν με τεχνητή επίχωση, την οποία συγκρατούσε αναλημματικός τοίχος. Η είσοδός του βρίσκεται στην ανατολική πλευρά και σχηματίζεται με τριπλό τόξο στηριγμένο σε τέσσερις πεσσούς, από τους οποίους οι δύο κεντρικοί είχαν κόγχες για την τοποθέτηση αγαλμάτων. Κάτω από τα θριαμβικά αυτά τόξα περνούσαν υπό πανηγυρικές επευφημίες οι κριτές των αγώνων και οι αθλητές, καθώς έμπαιναν στο στάδιο. Πίσω από την είσοδο, πάνω στο βράχο, έχει λαξευθεί εξέδρα με πέντε σκαλοπάτια, που ανήκει σε παλαιότερη διαμόρφωση του σταδίου, ενώ διακρίνονται και τα ερείπια μίας κρήνης.

    Το μήκος του στίβου ισοδυναμεί με ένα ρωμαϊκό στάδιο, δηλαδή 177,55 μ., ενώ το πλάτος του είναι 25,50 μ. Τις άκρες του στίβου διασχίζουν η γραμμή εκκίνησης, η «άφεση», όπως ονομάζεται, και το τέρμα, που αποτελούνται από πλάκες με βαθύνσεις κατάλληλες για την τοποθέτηση των ποδιών των αθλητών και για την ένθεση ξύλινων πασσάλων μεταξύ των συμμετεχόντων στα αγωνίσματα δρόμου. Το στάδιο έχει σχήμα φουρκέτας: δύο παράλληλες ζώνες εδράνων, χωρισμένες σε κερκίδες, συναντώνται σε ημικύκλιο, τη λεγόμενη «σφενδόνη», στο δυτικό άκρο. Τα έδρανα στηρίζονται πάνω σε πόδιο ύψους 1,30 μ.

    Τα εδώλια της βόρειας πλευράς διακόπτει ο χώρος όπου κάθονταν οι κριτές, ένας πάγκος με ερεισίνωτο. Τα έδρανα αυτής της πλευράς, προς το πρανές, εκτείνονται σε 12 σειρές, ενώ της νότιας πλευράς μόνο σε 6 σειρές, λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους. Τα έδρανα διέκοπταν κατά διαστήματα κλίμακες, που διευκόλυναν την κυκλοφορία των θεατών. Υπολογίζεται ότι σε αυτή τη μορφή του το στάδιο είχε χωρητικότητα 5.000 θεατών. Στο μνημείο έχουν γίνει έργα συντήρησης και αναστήλωσης, ωστόσο, μεγάλο τμήμα του νότιου αναλημματικού τοίχου έχει καταρρεύσει και χρήζει αναστήλωσης, εφόσον τα δομικά του μέλη σώζονται κατά χώραν.
  • Αρχαίο τείχος Διστόμου
  • Την δεκαετία του 1990 η Ι΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Δελφών, προχώρησε στην ανασκαφή τμήματος του αρχαίου τείχους Διστόμου, εγγύτατα στο αρχαίο Κάστρο. Πρόκειται για μνημείο αμυντικού χαρακτήρα. Ήρθε στο φως το ισχυρό (δύο όψεων) τείχος, του οποίου την καταστροφή ο Παυσανίας αποδίδει στον Φίλιππο τον Β' κατά τη διάρκεια του Ιερού Πολέμου, στα τέλη του 4ου αιώνα (Φωκικά). Ο χώρος, όπου αποκαλύφθηκε το αρχαίο τείχος, αναδείχθηκε σε οργανωμένο αρχαιολογικό πάρκο.
  • Θαλαμωτός τάφος Οιδίποδος Παίδων
  • Ο θαλαμωτός τάφος, ο λεγόμενος "Οιδίποδος Παίδων" βρίσκεται στο λόφο Μεγάλο Καστέλλι στα ανατολικά της Καδμείας ακρόπολης της Θήβας. Πρόκειται για μυκηναϊκό θαλαμωτό τάφο μνημειωδών διαστάσεων που ταυτίστηκε με τον τάφο των Οιδίποδος Παίδων, δηλαδή του Ετεοκλή και Πολυνείκη, οι οποίοι αλληλοσκοτώθηκαν μονομαχώντας μπροστά στα τείχη της Θήβας στην εκστρατεία των Επτά επί Θήβας. Το επιβλητικότατα μυκηναϊκό ταφικό μνημείο αποκαλύφθηκε στη βόρεια πλαγιά του λόφου του μεγάλου Καστελλίου από τον έφορο Θ. Σπυρόπουλο, ο οποίος από το 1970 ως το 1973 ερεύνησε συστηματικά το λόφο.
     
    Ο τάφος χρονολογείται στον 14-13ο αιώνα π.Χ. Είναι από τους μεγαλύτερους γνωστούς θαλαμωτούς τάφους των μυκηναϊκών χρόνων και δεν υστερεί σε διαστάσεις από τους σημαντικότερους θολωτούς. Πιθανώς προοριζόταν για τα μέλη βασιλικής οικογένειας. Σχηματίστηκε από την ενοποίηση δύο ταφικών δωματίων που είχαν λαξευτεί στο λόφο σε διαφορετικό επίπεδο και με ξεχωριστούς διαδρόμους πρόσβασης. Ο κυριότερος από τους δρόμους έχει μήκος 25 μέτρα, 10 μέτρα ύψος και 4 μέτρα πλάτος. Ο δεύτερος δρόμος που φαίνεται μεταγενέστερος είναι 1,30μ. ψηλότερος από τον πρώτο και οδηγεί σε θάλαμο που διαμορφώθηκε ως προέκταση του πρώτου θαλάμου (όλος ο χώρος έχει 11,5μ μήκος, 7 μέτρα πλάτος και 3,5μ ύψος). Ο τάφος είναι από τους λίγους θαλαμωτούς των μυκηναϊκών χρόνων που είχε διακοσμηθεί με τοιχογραφίες.

    Η γραπτή διακόσμηση -σπείρες, φυτικός διάκοσμος, γυναίκες με υψωμένα χέρια σε στάση θρήνου- εντοπίστηκε στα τοιχώματα του θαλάμου και στις κάθετες επιφάνειες των "θρανίων" που άλλα λαξεύτηκαν και άλλα χτίστηκαν στο εσωτερικό του. Οι τοιχογραφίες αποκολλήθηκαν και από το 1997 εκτίθενται στο Μουσείο της Θήβας.
  • Θέατρο Χαιρώνειας
  • Στο βουνό πάνω από τη σημερινή Χαιρώνεια σώζεται ο οχυρωματικός περίβολος της ακρόπολης. Στα ριζά του πετρώδους αυτού υψώματος διακρίνονται σκαλισμένα στο βράχο τα εδώλια του αρχαίου θεάτρου. Τα εδώλια και μέρος της ορχήστρας, είναι λαξευμένα στο φυσικό βράχο, ενώ πολύ λίγες σειρές καθισμάτων έχουν λαξευθεί πάνω από το διάζωμα.
  • Θησαυρός των Αθηναίων στους Δελφούς
  • Ο θησαυρός των Αθηναίων ήταν από τα πιο σπουδαία και εντυπωσιακά κτίσματα του τεμένους του Απόλλωνα. Δέσποζε επάνω στην Ιερά οδό, αμέσως μετά την πρώτη προς βορρά στροφή της, δίπλα στο βουλευτήριο της πόλης των Δελφών και απέναντι από τους θησαυρούς των Κνιδίων και των Συρακουσίων. Το μικρό αυτό κτίσμα ήταν ένα είδος θησαυροφυλάκιου της Αθήνας, στο οποίο φυλάσσονταν τρόπαια από σημαντικές πολεμικές νίκες της πόλης και άλλα αντικείμενα που είχαν αφιερωθεί στο ιερό. Ο θησαυρός οικοδομήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Μάλιστα, θεωρείται το μνημείο που εκφράζει την επικράτηση των δημοκρατικών στην Αθήνα και την εκδίωξη των τυράννων.

    Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, η οποία στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και στην επιγραφή που σώζεται στην πρόσοψη της νότιας κρηπίδας, ο θησαυρός οικοδομήθηκε σε ανάμνηση της απόκρουσης του περσικού κινδύνου μετά τη μάχη στο Μαραθώνα το 490 π.Χ. Πρόκειται για μικρό, δωρικού ρυθμού κτίσμα κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο με τη μορφή ναΐσκου εν παραστάσι, όπως οι περισσότεροι θησαυροί.

    Τα ανάγλυφα που τον κοσμούσαν αποτελούν δείγματα υψηλής πλαστικής στην τελευταία περίοδο της αρχαϊκής εποχής και μπορούν εύκολα να συγκριθούν με τις πρώιμες ερυθρόμορφες αγγειογραφίες ως προς την κομψότητα των μορφών, τις ελαφρές αναλογίες, τις έντονες και στερεές κινήσεις, αλλά και τις τολμηρές στάσεις. Στις ανάγλυφες μετόπες του εικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή (πίσω και βόρεια πλευρά) και του Θησέα (πρόσοψη και νότια πλευρά). Η αντιδιαστολή του Θησέα με τον Ηρακλή παραπέμπει στην αλλαγή πολιτεύματος στην Αθήνα με την επικράτηση της δημοκρατίας. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται και με τη γενικότερη επικράτηση στην τέχνη του 5ου αι. π.Χ. της εικονογραφίας του Θησέα, ενώ κατά τον 6ο αι. π.Χ. κυριαρχούσε η εικονογραφία του Ηρακλή.

    Στη νότια μακριά πλευρά και στην πρόσοψη του κτίσματος, δηλαδή στις πλευρές που δεσπόζουν επάνω στη στροφή της Ιεράς οδού, έχει δημιουργηθεί κρηπίδωμα που σχηματίζει τριγωνική πλατεία, όπου κατά τις επίσημες γιορτές και πομπές οι Αθηναίοι εξέθεταν τα λάφυρα από τη μάχη του Μαραθώνα και τα άλλα τρόπαια που φυλάσσονταν μέσα στο θησαυρό. Στους τοίχους του κτηρίου σώθηκαν πολλές επιγραφές με κείμενα σημαντικά για τη μελέτη των αρχαίων εορτών και εθίμων, όπως η Πυρφορία, η Τριποδιφορία, η Πυθαΐς και η Δωδεκαΐς, που ήταν επίσημες πομπές των Αθηναίων στους Δελφούς, αλλά και για τη μελέτη της μουσικής, αφού στη νότια πλευρά, κοντά στην ανατολική γωνία, ήταν γραμμένοι οι δύο περίφημοι ύμνοι στον Απόλλωνα, τα μοναδικά αρχαιοελληνικά κείμενα που συνοδεύονται από μουσικό υπομνηματισμό και σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.

    Στο εσωτερικό του θησαυρού είναι χαραγμένα στους τοίχους σημαντικά τιμητικά ψηφίσματα για Αθηναίους, που χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.Χ. και μετά, καθώς και ονόματα ενεχυροδανειστών, που χρησιμοποιούσαν το κτήριο στα μεταγενέστερα χρόνια. Ο θησαυρός των Αθηναίων ήταν το μοναδικό μνημείο των Δελφών που διέθετε αρκετό από το αρχαίο του υλικό και έτσι αναστηλώθηκε από τους Γάλλους το 1906 με χορηγία του τότε δημάρχου Αθηναίων, Σπύρου Μερκούρη. Οι μετόπες του μνημείου έχουν αποσπασθεί, έχουν συντηρηθεί και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών και στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί γύψινα εκμαγεία.
  • Θησαυρός των Σιφνίων στους Δελφούς
  • Ο θησαυρός που αφιέρωσαν στους Δελφούς οι κάτοικοι της Σίφνου ήταν από τα πιο λαμπρά και πλούσια διακοσμημένα κτήρια στο ιερό του Απόλλωνα. Ήταν από τους πρώτους θησαυρούς που συναντούσε κανείς ανηφορίζοντας την Ιερά οδό και βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της, δίπλα στο θησαυρό της πελοποννησιακής Σικυώνας και απέναντι από αυτόν των Μεγάρων. Στο εσωτερικό του φυλάσσονταν τα πολύτιμα αναθήματα που προσέφεραν κατά καιρούς οι Σίφνιοι στο ιερό. Η παράδοση για την ίδρυση του θησαυρού αναφέρεται από τον Ηρόδοτο και από τον Παυσανία.

    Σύμφωνα με αυτή, στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. οι Σίφνιοι ήταν οι πιο πλούσιοι από όλους τους νησιώτες, επειδή είχαν αποκτήσει εξαιρετικά κέρδη από την εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού και αργύρου που υπήρχαν στον τόπο τους. Αποφάσισαν, λοιπόν, να χαρίσουν στον Απόλλωνα τη δεκάτη από τα κέρδη τους, και έτσι έκτισαν το θησαυρό. Με βάση με τον πλαστικό διάκοσμο, η χρονολογία του μνημείου ανάγεται γύρω στο 525 π.Χ. ή λίγο νωρίτερα, αφού τη χρονιά εκείνη η Σίφνος λεηλατήθηκε από επαναστατημένους Σαμίους που είχαν ανάγκη χρημάτων. Το κτήριο είναι μικρό σε διαστάσεις με μορφή ναΐσκου και για την κατασκευή του οι Σίφνιοι μετέφεραν ακριβό λευκό μάρμαρο από την Πάρο, ενώ για τα περισσότερα κτίσματα εκείνη την περίοδο έχει χρησιμοποιηθεί πωρόλιθος.

    Ήδη από την εποχή του Ηροδότου ήταν περίφημο για τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο, που πράγματι αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ύστερης αρχαϊκής τέχνης. Στην πρόσοψη, ανάμεσα στις παραστάδες τοποθετήθηκαν αντί για κίονες δύο αγάλματα κορών, που στηρίζουν το επιστύλιο, χαρακτηριστικά παραδείγματα της ιωνικής τέχνης αυτής της περιόδου. Το επιστύλιο κοσμείται από ιωνικό κυμάτιο και ζωφόρο, που περιβάλλει όλο το κτήριο. Στη δυτική πλευρά της παριστάνεται η κρίση του Πάρη, στη νότια η αρπαγή των Λευκιππιδών από τους Διόσκουρους, στη βόρεια, που είναι η καλύτερα διατηρημένη, η Γιγαντομαχία και στην ανατολική, στην πρόσοψη του μνημείου, η συγκέντρωση στον Όλυμπο των θεών που παρακολουθούν τον Τρωικό πόλεμο.

    Η ρωμαλέα έκφραση, η καθαρότητα, η δύναμη των μορφών και η εκπληκτική απόδοση των λεπτομερειών εντάσσονται αρμονικά στο χώρο της ζωφόρου, καλύπτοντας εύστοχα το διακοσμητικό χαρακτήρα της με τη σωστή διάταξη των μορφών και την αξιοποίηση του χώρου. Το αέτωμα, που επιστεγάζει το θησαυρό στην πρόσοψή του, διαθέτει και αυτό γλυπτό διάκοσμο, ο οποίος παρουσιάζει το μύθο της διαμάχης του Ηρακλή με τον Απόλλωνα για το δελφικό τρίποδα. Το συγκεκριμένο θέμα είναι από τα αγαπημένα των καλλιτεχνών της ύστερης αρχαϊκής εποχής, καθώς εμφανίζεται και στην αγγειογραφία. Το αέτωμα επιστέφεται με τρία ακρωτήρια: το κεντρικό παριστάνει σφίγγα, ενώ τα δύο ακραία Νίκες.

    Σήμερα από το θησαυρό των Σιφνίων διατηρούνται στη θέση τους μόνο τα θεμέλια και ένας αστράγαλος από τη διακόσμηση της βάσης. Όλος ο σωζόμενος γλυπτός διάκοσμος του κτηρίου έχει συντηρηθεί και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών
  • Θόλος της Αθηνάς Προναίας στους Δελφούς
  • Η Θόλος είναι, ίσως, το πιο χαρακτηριστικό μνημείο των Δελφών, που δεσπόζει στο ιερό της Αθηνάς Προναίας ανάμεσα στο νεότερο ναό της Αθηνάς και στο θησαυρό των Μασσαλιωτών. Πρόκειται για αριστούργημα της κλασικής αρχιτεκτονικής, του οποίου, όμως, αγνοούμε τη χρήση. Έχει συσχετισθεί με χθόνια λατρεία, ωστόσο, ο περιηγητής Παυσανίας, που είδε τα ερείπιά του το 2ο αι. μ.Χ. δεν το μνημονεύει ως ναό.

    Το εντυπωσιακό κυκλικό κτήριο χρονολογείται στο 380 π.Χ. Όπως μαθαίνουμε από το Βιτρούβιο, υπεύθυνος αρχιτέκτονας για την κατασκευή της Θόλου ήταν ο Θεόδωρος από τη Φώκαια ή τη Φωκίδα, ο οποίος, μάλιστα, είχε γράψει και βιβλίο για τον τρόπο οικοδόμησής της. Η Θόλος συνθέτει σχεδόν όλους τους ρυθμούς του κλασικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Οι είκοσι κίονες του εξωτερικού περιστυλίου είναι δωρικοί και επιστέφονται από ζωφόρο με ανάγλυφες μετόπες που κοσμούνταν με παραστάσεις από την Αμαζονομαχία και την Κενταυρομαχία. Ο κυκλικός σηκός με συμπαγείς τοίχους επίσης επιστέφεται από δωρική ζωφόρο με τρίγλυφα και ανάγλυφες μετόπες μικρότερου μεγέθους, ενώ στο εσωτερικό του στέκονταν δέκα ημικίονες κορινθιακού ρυθμού. Όλο το κτήριο στηρίζεται σε κρηπίδωμα με τρεις χαμηλές βαθμίδες.

    Για την ανωδομή του μνημείου χρησιμοποιήθηκε συνδυασμός υλικών, που είχε ως αποτέλεσμα την πολυχρωμία: παριανό και πεντελικό μάρμαρο, καθώς και σκούρος γαλάζιος ελευσίνιος ασβεστόλιθος για τον τονισμό δομικών λεπτομερειών, στον τοιχοβάτη και στο δάπεδο. Η οροφή ήταν επίσης μαρμάρινη και από τη διακόσμησή της έχουν σωθεί ορισμένα ρομβοειδή φατνώματα. Προβληματική είναι αποκατάσταση της στέγης, ιδίως μετά την αποκάλυψη δύο σειρών από σίμες. Η πιο πρόσφατη θεωρία αποκαθιστά κωνική στέγη, σε σχήμα κινέζικου καπέλου. Η στέγη ήταν και αυτή κοσμημένη με ακρωτήρια σε μορφή γυναικών, σε στάση σχεδόν χορευτική. Τα ανάγλυφα, δυστυχώς, απολαξεύθηκαν από τους Χριστιανούς στα μεταγενέστερα χρόνια.

    Η Θόλος αναστηλώθηκε μερικώς το 1938, ενώ αρχιτεκτονικά μέλη και, κυρίως, τα σωζόμενα τμήματα από το γλυπτό διάκοσμό της έχουν συντηρηθεί και εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.
  • Θολωτός τάφος του Μινύου στον Ορχομενό
  • Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος, γνωστός ως τάφος του Μινύου, του μυθικού βασιλιά του Ορχομενού, είναι ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα μνημεία του είδους του. Βρίσκεται κοντά στα ερείπια του προϊστορικού οικισμού που αναπτύχθηκε στον Ορχομενό και κοντά στο μεταγενέστερο θέατρο της πόλης. Κατασκευάσθηκε το 1250 π.Χ. και σε αυτόν πρέπει να είχαν ταφεί μέλη της βασιλικής οικογένειας του μυκηναϊκού οικισμού, όμως όλα τα πολύτιμα κτερίσματα των νεκρών αφαιρέθηκαν από τυμβωρύχους ήδη κατά την αρχαιότητα.

    Το μνημείο ήταν ορατό και φημισμένο για πολλούς αιώνες μετά την αρχική του χρήση και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως τόπος λατρείας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Πρέπει να αποτελούσε αξιοθέατο της περιοχής τουλάχιστον μέχρι και το 2ο αι. μ.Χ., όταν επισκέφθηκε τον Ορχομενό ο περιηγητής Παυσανίας και με θαυμασμό περιέγραψε την κατασκευή της θόλου (9.38.2-3). Ο τάφος ήταν υπέργειος και ο δρόμος του αρχικά είχε μήκος 30 μ.

    Η είσοδός του είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο, έχει ύψος 5,46 μ., πλάτος 2,70 μ. στο κατώτερο και 2,43 μ. στο ανώτερο μέρος και έκλεινε με ξύλινη θύρα. Το υπέρθυρό της, που διατηρείται στη θέση του, είναι κατασκευασμένο από μόνο ένα λίθο μήκους περίπου 6 μ. και βάρους πολλών τόνων. Ο θάλαμος είναι κυκλικός, με διάμετρο 14 μ. και περίπου το ίδιο ύψος. Η θόλος, όπως αναφέρει και ο Παυσανίας, ήταν κτισμένη με τον εκφορικό τρόπο και στην κορυφή της υπήρχε το λεγόμενο «κλειδί», ο λίθος που τηρούσε την ισορροπία και τη συνοχή της. Στη βορειοανατολική πλευρά του θαλάμου ανοίγεται μικρό ορθογώνιο πλευρικό δωμάτιο, στο οποίο έμπαινε κανείς από μικρή θύρα ύψους 2,12 μ.

    Παρόμοιο πλευρικό δωμάτιο υπάρχει σε δύο ακόμη περιπτώσεις βασιλικών τάφων: στο θολωτό τάφο του Ατρέως στις Μυκήνες, που ήταν σύγχρονος με τον τάφο του Μινύου, και στο θολωτό τάφο Α στις Αρχάνες της Κρήτης. Η είσοδος του τάφου και ο κυκλικός θάλαμος είχαν διακοσμηθεί με χάλκινους ρόδακες, όπως δείχνουν οπές στους τοίχους για την προσάρτησή τους, ενώ την οροφή του πλευρικού δωματίου αποτελούσαν τέσσερις ασβεστολιθικές πλάκες με ανάγλυφη διακόσμηση από σπείρες, ρόδακες και άνθη παπύρου. Στο κέντρο του θαλάμου σώζεται μαρμάρινο βάθρο μήκους 5,73 μ., που προστέθηκε κατά την ελληνιστική εποχή και επάνω του ήταν στημένα αγάλματα των θεών.

    Ο τάφος σωζόταν ακέραιος τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Παυσανία, το 2ο αι. μ.Χ. Στους αιώνες που ακολούθησαν, το μνημείο σταδιακά καλύφθηκε με επιχώσεις, αλλά εξακολουθούσε να είναι ορατό. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι περιηγητές που επισκέπτονταν τον Ορχομενό αναφέρουν τη θόλο του κατεστραμμένη. Η πρώτη ανασκαφή του έγινε το 1880 από το θαυμαστή του Ομήρου, Ερρίκο Σλήμαν, που δεν έμεινε αδιάφορος στη μεγάλη φήμη του πλούτου του βοιωτικού Ορχομενού. Τα έτη 1903 και 1905 η Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών συνέχισε τις ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή του τάφου, ενώ το 1914 έγινε η αναστήλωση του μνημείου από τον Αναστάσιο Ορλάνδο.
  • Ιερά Οδός στους Δελφούς
  • Το μονοπάτι που οδηγούσε από την είσοδο του τεμένους του Απόλλωνα μέχρι το βωμό των Χίων και τον επιβλητικό ναό, ονομαζόταν Ιερά οδός. Ήταν ο βασικός ιστός του ιερού και είχε πομπικό-τελετουργικό χαρακτήρα, αφού διευκόλυνε την κίνηση των προσκυνητών και των επισκεπτών του ιερού χώρου. Οι θεοπρόποι, όπως λέγονταν όσοι έρχονταν στους Δελφούς για να ζητήσουν χρησμό, ακολουθούσαν την Ιερά οδό την 9η κάθε μήνα, ώστε να λάβουν σειρά προτεραιότητας για τη «μαντείαν» της Πυθίας, αφού προηγουμένως θυσίαζαν στο μεγάλο βωμό, που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της οδού.

    Εξαίρεση αποτελούσαν οι πολίτες των πόλεων, αλλά και ορισμένοι επιφανείς ιδιώτες, που είχαν λάβει την «προμαντείαν», δηλαδή το δικαίωμα παράκαμψης της σειράς προτεραιότητας για τη λήψη της μαντείας, όπως ήταν οι Κορίνθιοι, οι Νάξιοι, οι Χίοι, οι Θηβαίοι και ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β΄. Η πρώτη φάση της Ιεράς οδού τοποθετείται στα αρχαϊκά χρόνια. Το οδόστρωμα που βλέπουμε σήμερα χρονολογείται στην πρωτοβυζαντινή εποχή και εξυπηρετούσε τις ανάγκες του οικισμού που ιδρύθηκε τότε στη θέση του αρχαίου ιερού. Στο οδόστρωμα αυτό είναι ενσωματωμένα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερων κτισμάτων. Τον ίδιο δρόμο, που έχει κατάλληλα συντηρηθεί, ακολουθούν και σήμερα οι επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου.

    Η Ιερά οδός ήταν ανηφορική και διέσχιζε το ιερό οφιοειδώς, σε μήκος περίπου 200 μέτρων, φθάνοντας ως το κέντρο του, μπροστά από το μνημειώδη βωμό. Πλαισιωνόταν από αγάλματα, εξέδρες και θησαυρούς, όπως λέγονταν τα κτήρια όπου τοποθετούνταν τα αφιερώματα των πόλεων. Τα μνημεία αυτά ήταν συνήθως αναμνηστικά κάποιου σημαντικού γεγονότος: μιας πολιτικής συμμαχίας, μιας σημαντικής νίκης στους αθλητικούς αγώνες των Δελφών, μιας νικηφόρας μάχης εναντίον ξένων ή Ελλήνων, όπως το ανάθημα των Αθηναίων για τη μάχη του Μαραθώνα.

    Υπήρχαν, όμως, και αρκετά που είχαν αφιερωθεί μόνο για να ευχαριστήσουν το θεό για το χρησμό ή για την εύνοιά του απέναντι σε ολόκληρη την πόλη, σε μία οικογένεια ή σε έναν επιφανή ιδιώτη. Στο πρώτο μέρος της οδού ήταν στημένα τα γλυπτά αναθήματα και στο δεύτερο, μεγαλύτερο, δέσποζαν κυρίως οι θησαυροί των ελληνικών πόλεων-κρατών, ενώ στο τελευταίο τμήμα, μπροστά από το ναό και το βωμό, είχαν στηθεί σπουδαία αναθήματα πλούσιων ιδιωτών ή πόλεων-κρατών, καθώς και το μνημείο που προσέφεραν όλοι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στις Πλαταιές.
  • Καθολικό Mονής Δαδίου στην Αμφίκλεια
  • Η Μονή Δαδίου βρίσκεται σε απόσταση 8 χλμ. από την Αμφίκλεια προς το χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού. Δαδίον ήταν το όνομα της Αμφίκλειας κατά τους βυζαντινούς χρόνους και τη Φραγκοκρατία. Το όνομα Γαβριώτισσα οφείλεται κατά μια ερμηνεία στους γαύρους, τα δέντρα που περιβάλλουν τη μονή. Η παράδοση αναφέρει ότι η μονή, που σύμφωνα με πατριαρχικό σιγίλλιο του 1789 ήταν σταυροπηγιακή, χτίστηκε στη θέση παλαιότερης, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά. Το συγκρότημα έχει φρουριακή μορφή, αλλοιωμένη όμως από τις σύγχρονες επεμβάσεις.

    Από την αρχική φάση διατηρείται μόνο το καθολικό, που είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο ναός ελλαδικού τύπου. Σύμφωνα με επιγραφή στο υπέρθυρο της αρχικής εισόδου ανεγέρθηκε το 1755. Οι τοιχογραφίες του εσωτερικού, καλής τέχνης, επιζωγραφίστηκαν εν μέρει το 1878. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα με σκηνές από τη Δευτέρα Παρουσία είναι λαϊκότροπες. Στα μετόχια της μονής ανήκει το μικρό θολοσκεπές ναΐδριο του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού, κατάγραφο με τοιχογραφίες του 1756.
  • Καθολικό μονής Οσίου Λουκά
  • Η κεντρική εκκλησία του μοναστικού συμπλέγματος, το καθολικό, κτίστηκε νότια του ναού της Παναγίας για να στεγάσει το θαυματουργό λείψανο του οσίου Λουκά. Ανήκει στον τύπο των «ηπειρωτικών οκταγωνικών ναών? και μάλιστα θεωρείται το πρότυπο όλων των μεταγενέστερων ναών αυτού του τύπου. Στους οκταγωνικούς ναούς, που κατ'ουσίαν είναι σταυροειδείς ναοί, μόνο η στήριξη του τρούλου είναι οκταγωνική ενώ ο κεντρικός χώρος κάτω από αυτόν παραμένει τετράγωνος. Το καθολικό του Οσίου Λουκά χαρακτηρίζεται για τον ευρύ τρούλο του (διαμέτρου 9 μ. περίπου) και αντίστοιχα το διευρημένο εννιαίο τετράγωνο χώρο κάτω από αυτόν.

    Το βάρος του τρούλου φέρουν οκτώ ογκώδεις πεσσοί που γεφυρώνονται σε μεγάλο ύψος, από τέσσερα μεγάλα τόξα ανάμεσα σε τέσσερα ημιχώνια. Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διεύλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την εισοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.

    Ο επισκέπτης του καθολικού εντυπωσιάζεται από τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο. Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνιού. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά).

    Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παρααστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χροονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.
  • Καποδιστριακό σχολείο στο Γαλαξείδι
  • Πρόκειται για ένα από τα πέντε σχολεία που χτίστηκαν στην Ελλάδα, την εποχή του Καποδίστρια. Κατασκευάσθηκε το 1830 και είναι το πρώτο σχολείο του Γαλαξειδίου. Η είσοδος γίνεται από λίθινη σκάλα με στρογγυλά σκαλοπάτια, που οδηγεί σε ημιανώγειο με πέντε ευρύχωρες αίθουσες. Η κάτοψή του έχει σχήμα Τ. Έχει μικρή, υπόστυλη αυλή στο πίσω μέρος και αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα αρχιτεκτονικής δημοσίου, εκπαιδευτικού κτηρίου. Η κατάσταση διατήρησης του κτηρίου είναι κακή
  • Κασταλία κρήνη στους Δελφούς
  • Η Κασταλία αποτελούσε την ιερή πηγή των Δελφών και το νερό της διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη λατρεία και στη λειτουργία του ιερού και του μαντείου. Εκεί πλενόταν η Πυθία, οι ιερείς και το προσωπικό του ναού, ενώ με το νερό της καθάριζαν και το ναό του Απόλλωνα. Εκεί έπρεπε υποχρεωτικά να πλυθούν και οι θεοπρόποι, δηλαδή όσοι θα ζητούσαν χρησμό, προκειμένου να εξαγνισθούν. Η Κασταλία πηγή βρίσκεται στη χαράδρα των Φαιδριάδων, στα ριζά του βράχου που σήμερα ονομάζεται Φλεμπούκος και στην αρχαιότητα λεγόταν Υάμπεια. Από εκεί το ρέμα ξεχύνεται στην κοιλάδα του Πλειστού ως χείμαρρος, το σημερινό Αρκουδόρρεμα, όπου, σύμφωνα με το μύθο, ήταν η φωλιά του Πύθωνα.

    Το νερό της Κασταλίας πηγής έφθανε μέσω ενός αγωγού στην ομώνυμη κρήνη, που βρίσκεται ανάμεσα στο τέμενος του Απόλλωνα και στο αρχαίο γυμνάσιο των Δελφών. Η πρώτη κρήνη διαμορφώθηκε γύρω στο 600-590 π.Χ. κοντά στον αρχαίο δρόμο και είναι αυτή που βλέπουμε σήμερα δίπλα στο σύγχρονο δημόσιο δρόμο. Η Κάτω Κασταλία, όπως ονομάζεται, είναι ένα ορθογώνιο κτίσμα διαστάσεων 8,20 x 6,64 μ., που περιλαμβάνει μία ορθογώνια κτιστή λεκάνη, με σύστημα αγωγών και κρουνών. Μπροστά της απλώνεται πλακόστρωτη αυλή με λίθινους πάγκους, στην οποία οδηγούσε μία σκάλα με 3-4 σκαλοπάτια. Το νερό έφθανε από την πηγή με αγωγό, που είχε λαξευθεί κάτω από την επιφάνεια του εδάφους με ιδιαίτερη επιμέλεια. Στους επόμενους αιώνες, μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια, η κρήνη αναμορφώθηκε και επισκευάσθηκε αρκετές φορές, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.

    Η νεότερη μορφή της, η Κασταλία του βράχου, χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ. και είναι αυτή που είδε και περιέγραψε ο περιηγητής Παυσανίας. Βρίσκεται περίπου 50 μ. ψηλότερα από την αρχαϊκή και πιο κοντά στην πηγή. Για την κατασκευή της χρειάσθηκε να λειανθεί ο βράχος σε πλάτος περισσότερο από 11 μ. και ύψος 12,50 μ. Εκεί δημιουργήθηκαν κόγχες, όπου τοποθετούνταν αναθήματα των πιστών για τη νύμφη Κασταλία. Η μεγαλύτερη από αυτές, στα δεξιά, μετατράπηκε σε εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Κάτω από τις κόγχες λαξεύθηκε στο βράχο μία στενόμακρη λεκάνη μήκους 10 μ. και πλάτους 0,50 μ., στην οποία έφθανε το νερό της πηγής με κλειστό αγωγό. Η λεκάνη ήταν σκεπαστή και η μία άκρη της άνοιγε έτσι ώστε να μπορεί να καθαρίζεται.

    Στην πρόσοψη της κρήνης υπήρχαν επτά χάλκινοι κρουνοί, που χωρίζονταν με επτά πεσσούς σκαλισμένους στο βράχο. Μπροστά από την κρήνη υπήρχε πλακόστρωτη αυλή, στην οποία κατέβαινε κανείς με οκτώ σκαλοπάτια, και στις τρεις πλευρές της υπήρχαν λίθινοι πάγκοι. Η νεότερη κρήνη ανασκάφηκε το 1878 από τους Σ. Δραγάτση και Ε. Καστόρχη, ενώ η αρχαϊκή το 1960 από τον Α. Ορλάνδο. Και στα δύο μνημεία έχουν γίνει κατά καιρούς εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης
  • Κάστρο Λαμίας
  • Η Λαμία είναι χτισμένη σε στρατηγική θέση, στις νότιες παρυφές του όρους Όρθρυς. Πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες απέδειξαν ότι η περιοχή κατοικούνταν τουλάχιστον από την εποχή του Χαλκού (2800-1100 π.Χ.). Σημαντική άνθιση πρέπει να γνώρισε από το 413 π.Χ. Ήδη από τα τέλη του 5ου αι. πρέπει να ήταν οχυρωμένη, σύμφωνα με τμήματα οχυρώσεων στην ακρόπολη και στη σημερινή πόλη. Ωστόσο η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την οχύρωση της Λαμίας προέρχεται από το Διόδωρο το Σικελιώτη. Η οχύρωση αποσκοπούσε στην επιτήρηση της κοιλάδας του Σπερχειού, της παραλιακής οδού και του στενού περάσματος που οδηγεί στη Θεσσαλία.

    Η πόλη μετά τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. τέθηκε κάτω από την κυριαρχία του Φιλίππου Β΄. Το 302 π.Χ. απελευθερώθηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και μέχρι την κατάληψή της από τους Ρωμαίους παρέμεινε κάτω από την επιρροή των Θεσσαλών και των Αιτωλών. Για τη ζωή της στους χριστιανικούς χρόνους δεν έχουμε πολλές ιστορικές πληροφορίες πέραν του ότι αποτέλεσε έδρα επισκοπής κατά τον 5ο και 6ο αιώνα. Από τον 9ο αιώνα (869/70) η πόλη εμφανίζεται στις πηγές ως Ζητούνι. Το 1204 πέρασε στα χέρια των Φράγκων, που ίδρυσαν εκεί τη Βαρωνία του Ζητουνίου.

    Η οχύρωση της ακρόπολης αναφέρεται για πρώτη φορά ως Κάστρο σε μια επιστολή του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄(αρχές 13ου αι.). Στα 1218 κατελήφθη από το Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα, ο οποίος στα 1275 παρέδωσε το Κάστρο ως προίκα στον μετέπειτα Δούκα των Αθηνών Γουλιέλμο δε λα Ρος. Στα 1311 το Κάστρο του Ζητουνίου πέρασε στα χέρια των Καταλανών. Από το 1446 πέρασε στα χέρια των Τούρκων μέχρι την απελευθέρωση της πόλης στα 1832/3. Από το 1884 μέχρι και το Β΄ Παγκόσμιο Πολέμο το Κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Το 1973 ο χώρος παραδόθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Υπουργείο Πολιτισμού και το 1984 ο Δήμος της Λαμίας ανέλαβε την ανάπλασή του και την επισκευή του στρατώνα, με σκοπό τη στέγαση εκεί του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης.

    Το οχυρωματικό σύστημα της Λαμίας αποτελούνταν από δυο ζώνες, την ακρόπολη και το τείχος της κάτω πόλης. Ο σωζόμενος οχυρωματικός περίβολος έχει κάτοψη τριγωνική και σώζεται σε καλή κατάσταση λόγω των συνεχών επισκευών. Η περίμετρός του φτάνει τα 600μ. και το ύψος του ποικίλει φτάνοντας στη ΒΔ γωνία τα 13 μέτρα. Το πάχος της τοιχοποιίας είναι κατά μέσο όρο 1,35μ. και απολήγει σε οδοντωτές επάλξεις. Το Κάστρο έχει δυο πύλες, μια στα ΝΑ, τη λεγόμενη και "σιδηρά πύλη", μέσω της οποίας επικοινωνούσε με την κάτω πόλη και μια στα ΒΑ που οδηγούσε προς την Όρθρυ. Ενισχυτικοί πύργοι υψώνονται κοντά στις πύλες, στις γωνίες του τείχους και σε όλα τα ασθενή για την άμυνα σημεία. Εσωτερικά ο χώρος διαιρούνταν με δυο εγκάρσιους τοίχους σε τρία μέρη. Το βόρειο τμήμα (ακροπύργιο) βρίσκεται ψηλότερα και χρησίμευε ως το έσχατο καταφύγιο των υπερασπιστών του Κάστρου. Το πλάτωμα της ΝΔ γωνίας χρησίμευε στο Μεσαίωνα ως προμαχώνας και διέθετε δεξαμενή.

    Στην ίδια θέση διατηρούνται λείψανα τζαμιού. Την εποχή του Όθωνα ανεγέρθηκε στο κέντρο του μεσαίου πλατώματος ένα διώροφο ορθογώνιο κτήριο που αποτελούσε στρατώνα ως τις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο οχυρωματικός περίβολος παρουσιάζει αρκετές οικοδομικές φάσεις. Το αρχαιότερο τμήμα πολυγωνικού συστήματος, που χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ., βρίσκεται στη ΒΔ γωνία της δυτικής πλευράς. Στη βάση του ΒΔ πύργου απαντά ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα δόμησης που μπορεί να χρονολογηθεί από τα τέλη του 5ου ως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Ισόδομο ορθογώνιο σύστημα απαντά σε αρκετά άλλα σημεία της βάσης του τείχους. Παραμένει αβέβαιο αν υπήρξε κάποια ανακαίνιση του τείχους στην εποχή του Ιουστινιανού.

    Τα τμήματα αργολιθοδομής με ενδιάμεση χρήση συνδετικού κονιάματος και κεραμιδιών ανήκουν σε επισκευές πιθανόν των βυζαντινών χρόνων, αλλά επίσης των Φράγκων και των Καταλανών. Νέες συμπληρώσεις και επισκευές πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκαν και οι πύλες. Οι προσθήκες της Τουρκοκρατίας διακρίνονται από την άφθονη χρήση ασβεστοκονιάματος ως συνδετικού υλικού
  • Κάστρο Λειβαδιάς
  • Η κατασκευή του φρουρίου ξεκίνησε τον 13ο αιώνα, αλλά τα περισσότερα από τα ορατά λείψανα χρονολογούνται στην Καταλανική κατάκτηση της πόλης, που διήρκεσε από το 1309 έως το 1380. Το 1458 κατακτήθηκε από τους Τούρκους και παρέμεινε στην κατοχή τους έως την απελευθέρωση της πόλης από τους Έλληνες. Το κάστρο βρίσκεται στον φυσικά οχυρό λόφο του Αγίου Ηλία, επάνω από τη σύγχρονη πόλη της Λειβαδιάς. Ο μακρύς οχυρωματικός τοίχος ακολουθεί την κατωφέρεια του εδάφους και καταλήγει σε μεγάλο πύργο στα ανατολικά. Είναι κτισμένος από ακατέργαστους λίθους και μόνο στις πύλες έχουν χρησιμοποιηθεί καλά λαξευμένοι λίθοι. Ένας μικρός ναός στο εσωτερικό του περιβόλου φαίνεται ότι καταλαμβάνει τη θέση αρχαίου ναού του Διός
  • Κτήρια εγκαταστάσεων εταιρείας Κωπαΐδας
  • Κτήρια (βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κατοικίες, μύλοι, στάβλοι, γραφεία, αποθήκες, κλπ) του 19ου αιώνα, της αγγλικής εταιρείας Lake Copais Co Lmd που διαδέχθηκε την αντίστοιχη γαλλική για την αποξήρανση, καλλιέργεια και εκμετάλλευση των προϊόντων της ιστορικής περιοχής της λίμνης της Κωπαϊδας (1867-1887), σήμερα ιδιοκτησία του Οργανισμού Κωπαϊδας και του Δήμου Αλιάρτου. Η περιοχή της λίμνης της Κωπαϊδας κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους, διασώζονται δε τα συστήματα αποστράγγισης της λίμνης το μεγαλύτερο τεχνικό έργο πιθανότητα της μυκηναϊκής περιόδου που αποδίδεται στους Μινύες του Ορχομενού (14ος αιώνας π.Χ.) ανασκαφές γίνονται από την Η΄ Εφορεία Προϊστορικών-Κλασσικών Αρχαιοτήτων Βοιωτίας.

    Τα κτίσματα της εταιρείας Lake Copais Co Lmd κτίστηκαν στην Αλίαρτο της Βοιωτίας στα μέσα του 19ου αιώνα και περιήλθαν στο ελληνικό κράτος το 1953. Τα κτήρια διοίκησης και κατοικιών των Άγγλων εργαζομένων βρίσκονται διάσπαρτα σε κήπο 110 στρεμμάτων που επίσης προτείνεται για πρότυπο βοτανολογική κήπο σε συνδυασμό με υπαίθριες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
  • Κωρύκειον Άντρον στους Δελφούς
  • Το σπήλαιο, μήκους 100 μ., βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του όρους Παρνασσός, κοντά στους Δελφούς. Διασώζει μεγάλο αριθμό ευρημάτων που χρονολογούνται στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο: γραπτή κεραμική, ειδώλια, κοσμήματα, λιθοτεχνία, όστρεα και οστά πανίδας. Αγγεία της Μυκηναϊκής περιόδου μαρτυρούν τη σποραδική χρήση του σπηλαίου κατά την περίοδο αυτή. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το άφθονο υλικό από την αρχαϊκή, την κλασσική και τη ρωμαϊκή περίοδο. Πρόκειται για χιλιάδες ευρήματα που περιλαμβάνουν κεραμική, ειδώλια, θραύσματα αγαλμάτων, κοσμήματα και οστά πανίδας, τα οποία είχαν αναθηματικό χαρακτήρα σε ένα χώρο αφιερωμένο στον Πάνα και τις Νύμφες.

    Χαρακτηριστικό εύρημα αποτελούν οι αστράγαλοι ζώων που σώζονται σε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό. Οι αστράγαλοι ερμηνεύονται από ορισμένους μελετητές ως παιδικό παιχνίδι και από άλλους ως αντικείμενα λατρείας - μαντείας. Η δεύτερη εκδοχή συνάδει με τη χρήση του σπηλαίου ως μαντείου.
  • Ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς
  • Ο ναός του Απόλλωνα, το σημαντικότερο μνημείο του ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς, βρισκόταν σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στο τέμενος. Στο ναό στεγάζονταν τα αγάλματα και τα αφιερώματα προς το θεό, αλλά εδώ γίνονταν και οι ιεροτελεστίες που είχαν σχέση με τη λατρεία, η σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η διαδικασία της μαντείας. Στο ναό υπήρχε και το «χρησμογραφείο», όπου φυλάσσονταν τα αρχεία και οι κατάλογοι των Πυθιονικών, που καταστράφηκαν το 373 π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρώτος ναός του Απόλλωνα που κτίσθηκε στους Δελφούς ήταν μία καλύβα από κλαδιά δάφνης, ο δεύτερος έγινε από κερί μελισσών και φτερά και ο τρίτος από χαλκό, ενώ ο τέταρτος κτίσθηκε από τους μυθικούς αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη με τη βοήθεια του ίδιου του Απόλλωνα.

    Αυτός πρέπει να ήταν ο πώρινος ναός, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 548 π.Χ. Ο ναός που τον διαδέχθηκε, οικοδομήθηκε με εισφορές που συγκεντρώθηκαν από όλη την Ελλάδα και από ξένους ηγεμόνες και ανέλαβε να τον ολοκληρώσει η μεγάλη αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών. Ολοκληρώθηκε περίπου το 510 π.Χ., ήταν δωρικός περίπτερος, με 6 κίονες στην πρόσοψη και 15 στις πλευρές. Ήταν πώρινος με μαρμάρινη πρόσοψη και εξαιρετικό γλυπτό διάκοσμο, φιλοτεχνημένο από το γλύπτη Αντήνορα. Θέμα του ανατολικού αετώματος ήταν η επιφάνεια του Απόλλωνα, η άφιξη του θεού στους Δελφούς με τη συνοδεία της αδελφής του Άρτεμης και της μητέρας του Λητούς. Στο κέντρο της παράστασης εικονιζόταν το άρμα με τους θεούς και δεξιά και αριστερά ανδρικές και γυναικείες μορφές. Στο δυτικό αέτωμα απεικονιζόταν σκηνή Γιγαντομαχίας, από την οποία σώζονται μόνο οι μορφές της Αθηνάς, ενός πεσμένου Γίγαντα, μιας ανδρικής μορφής και τα μπροστινά μέρη δύο αλόγων.

    Ο σεισμός του 373 π.Χ. κατέστρεψε τον αρχαϊκό ναό και το ιερό κατέφυγε για δεύτερη φορά σε πανελλήνιο έρανο για την ανοικοδόμησή του. Ο τρίτος ιερός πόλεμος εμπόδισε τις εργασίες και μόλις το 330 π.Χ. ο ναός παραδόθηκε σε χρήση, κατασκευασμένος στο ίδιο σχέδιο και στις ίδιες σχεδόν διαστάσεις. Σε αυτό το ναό ανήκουν τα ερείπια που βλέπουμε σήμερα. Πρόκειται για εντυπωσιακό κτίσμα, θαυμάσιο δείγμα του δωρικού ρυθμού, του οποίου αρχιτέκτονες ήταν ο Σπίνθαρος ο Κορίνθιος, ο Ξενόδωρος και ο Αγάθων. Ο ναός είναι περίπτερος, με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 15 στις μακρές, με πρόδομο και οπισθόδομο δίστυλους εν παραστάσι. Ο σηκός του χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες, η καθεμία από τις οποίες έχει οκτώ ιωνικούς κίονες. Στο βαθύτερο επίπεδό του βρισκόταν το άδυτο, όπου εκτυλισσόταν η μαντική διαδικασία και στο οποίο είχαν πρόσβαση μόνο οι ιερείς που θα ερμήνευαν τα λόγια της Πυθίας.

    Τα αετώματα από παριανό μάρμαρο φιλοτέχνησαν οι Αθηναίοι γλύπτες Πραξίας και Ανδροσθένης. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζονταν ο Απόλλωνας με τις Μούσες και στο δυτικό ο Διόνυσος ανάμεσα στις Θυιάδες (Μαινάδες). Για το εσωτερικό του ναού γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία, κυρίως από αρχαίους συγγραφείς: στους τοίχους του προνάου υπήρχαν χαραγμένα ρητά των επτά σοφών, όπως «γνώθι σαυτόν», «μηδέν άγαν» και το γράμμα Ε. Επίσης, υπήρχε χάλκινη εικόνα του Ομήρου και βωμός του Ποσειδώνα, ενώ στο άδυτο υπήρχε το άγαλμα του θεού και ο ομφαλός. Στο ναό έχουν γίνει εργασίες αναστήλωσης, ενώ αποσπάσματα των αετωμάτων και από τις δύο οικοδομικές φάσεις του εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.
  • Πολυγωνικός τοίχος των Δελφών
  • Όταν οικοδομήθηκε ο μεγάλος ναός στο ιερό του Απόλλωνα, σχηματίσθηκε άνδηρο, που στηριζόταν από δύο σχεδόν παράλληλους αναλημματικούς τοίχους. Ο ένας κατασκευάσθηκε στη βόρεια πλευρά για να τον προστατεύει από την πτώση βράχων. Ο δεύτερος κτίσθηκε στη νότια πλευρά του εδάφους, όπου θεμελιώθηκε ο ναός, για να συγκρατεί το έδαφος, ενώ ταυτόχρονα οριοθετούσε και την περιοχή της Άλω στα βορειοδυτικά.

    Αυτός είναι ο εντυπωσιακός πολυγωνικός τοίχος που βλέπει κανείς ανηφορίζοντας κατά μήκος της Ιεράς οδού προς το ναό του Απόλλωνα, πίσω από τη στοά των Αθηναίων. Χρονολογικά ανάγεται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. Ειδικότερα, φαίνεται ότι κατασκευάσθηκε μετά το 548 π.Χ., όταν καταστράφηκε από φωτιά ο παλαιότερος ναός, τον οποίο ανέλαβαν να αντικαταστήσουν οι Αλκμαιωνίδες μεταξύ των ετών 513 και 505 π.Χ. Αργότερα, τον 5ο αι. π.Χ., στον τοίχο αυτό στηρίχθηκε η στοά των Αθηναίων. Σήμερα στην επιφάνειά του είναι ακόμη ορατά τα αποτυπώματα της. Η ανέγερση αυτού του τοίχου και η απαιτούμενη ισοπέδωση του εδάφους, προϋπέθεταν την καταστροφή ορισμένων πρώιμων αρχαϊκών οικοδομημάτων γύρω από τον προηγούμενο ναό. Έτσι τάφηκαν κάτω από σωρό επιχώσεων οίκοι ή θησαυροί ορθογώνιας κάτοψης, καθώς και το γνωστό αψιδωτό κτίσμα.

    Ο τοίχος είναι κτισμένος κατά το σύστημα της πολυγωνικής λέσβιας τοιχοποιίας, δηλαδή με καμπύλους αρμούς, χωρίς συνδέσμους, αλλά με τέλεια προσαρμογή. Σε κάτοψη έχει σχήμα ανεστραμμένου Π, με μήκος 90 μ. στη μακριά του πλευρά. Σήμερα λείπει το ανώτερο μέρος του, οι πλάκες επίστεψης, που ήταν κτισμένες κατά το ισόδομο σύστημα τοιχοποιίας, δηλαδή με στρώσεις ορθογώνιων λίθων, που είχαν ίδιο ύψος. Φαίνεται ότι υπήρχαν 4 ή 5 τέτοιες στρώσεις, και το αρχικό ύψος του τοίχου υπολογίζεται σε περίπου 2 μ. ακόμη. Στην επιφάνειά του έχουν χαραχθεί πολλές και ποικίλες επιγραφές, συνολικά περίπου 800 κείμενα.

    Στην πλειονότητά τους είναι ψηφίσματα για την απελευθέρωση δούλων και χρονολογούνται κυρίως στον 3ο-2ο αι. π.Χ. Στο μνημείο έχουν γίνει έργα συντήρησης και καθαρισμού.

LIVE! Web Cameras

 
Slideshow Last photo

Newsletter

Register and stay up to date with Parnassos Ski Centre's news!

Your opinion counts

Fill in the questionaire and let us know your opinion.
Go

Follow us